Παλαιά Βρύση

Η Λάγια δεν φημίζεται μόνο για το ήρεμο τοπίο και την παραδοσιακή της αρχιτεκτονική· φημίζεται και για τις βρύσες της – μικρά πέτρινα στολίδια διάσπαρτα σε όλη την έκταση του χωριού, που άλλοτε χάριζαν δροσιά και ζωή στην κοινότητα. Κάποτε ήταν δώδεκα. Σήμερα, πολλές έχουν χαθεί. Κάποιες σιώπησαν όταν οι πηγές τους στέρεψαν, άλλες ενσωματώθηκαν σε θεμέλια σπιτιών και χάθηκαν στη ροή του χρόνου. Ορισμένες στέκουν ακόμα, σιωπηλές και ακίνητες, χωρίς πια νερό να κυλά από τα σπλάχνα τους.
Ανάμεσά τους, όμως, μία ξεχωρίζει – η «Παλαιά Βρύση», σύμβολο της Λάγιας και σημείο αναφοράς για κατοίκους και επισκέπτες. Χτίστηκε το 1709 και παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή μνήμη μιας άλλης εποχής.
Χωμένη σε ένα καταπράσινο άγριο τοπίο, η πέτρινη αυτή βρύση μοιάζει να ξεπηδά μέσα από τη φύση. Ο επισκέπτης φτάνει σε αυτήν κατεβαίνοντας ένα βατό μονοπάτι, στρωμένο με σκαλοπάτια και πλαισιωμένο από θάμνους, δέντρα και την απόλυτη γαλήνη των βουνών. Η διαδρομή δεν είναι απλώς φυσική· είναι και συναισθηματική – ένας περίπατος στην καρδιά της λαϊκής ιστορίας του τόπου.
Γραφεία Δημοτικού Διαμερίσματος-Παλαιό Δημοτικό

Το σχολείο στη Λάγια δεν ήταν πάντα όπως φανταζόμαστε σήμερα τα σχολεία – με πίνακες, καρέκλες και αίθουσες. Ήταν ένας θεσμός πιο άμεσος, πιο προσωπικός, σχεδόν οικογενειακός. Κατά τον λόγιο Λοΐζο Φιλίππου, τον οποίο επιβεβαιώνει και ο Νέαρχος Κληρίδης, ο πρώτος που δίδαξε γράμματα στο χωριό ήταν ο Χριστόφορος από τα Αγρίδια Λεμεσού. Είχε εγκατασταθεί στη Λάγια μετά τον γάμο του, και σύντομα έγινε κάτι περισσότερο από δάσκαλος – έγινε και ιερέας, χειροτονημένος το 1850 από τον μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιο.
Ο δάσκαλος Χριστόφορος δίδασκε τα βασικά της παιδείας της εποχής: παιδαγωγία, το Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τον Απόστολο. Το αντάλλαγμα δεν ήταν χρήματα – ήταν βοήθεια στα κτήματα. Οι μαθητές του, παιδιά του χωριού, τον βοηθούσαν στις γεωργικές του εργασίες, κι έτσι η μάθηση συνδυαζόταν με τη ζωή.
Ύστερα από τον θάνατό του, γύρω στο 1858, τη σκυτάλη πήρε ο μαθητής του, Παύλος Γεωργίου. Με ελάχιστους μαθητές – συχνά μόνο δύο – συνέχισε την προσπάθεια να κρατήσει ζωντανή τη φλόγα της γνώσης, σε μια εποχή που το κάθε γράμμα ήταν μια νίκη.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στη σοβαρότητα της παιδείας και τη γλύκα της λαϊκής παράδοσης, γεννιούνται και τα τραγούδια – οι μικρές ρίμες που ένωναν τα χωριά της περιοχής. Ο Νέαρχος Κληρίδης καταγράφει ένα τοπικό στιχούργημα που δείχνει με χιούμορ και αμεσότητα τη ζωή στην επαρχία:
Μια φέτα ζωής από τον τόπο, μια ματιά στον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τον εαυτό τους και τα γειτονικά χωριά. Στη Λάγια, "ξιφουρνίζουν" – βγάζουν το ψωμί από τον φούρνο. Ίσως, τελικά, να ήταν και αυτό μια μορφή μάθησης: το πώς να ζεις με γνώση, πίστη και καθημερινή φροντίδα.